Πώς το λες στο σπίτι;Τρεις μήνες από εκείνη τη μέρα, από εκείνο το βράδυ για να ακριβολογώ γιατί τα τελευταία χρόνια πάντα έφευγα από την δουλειά με το σκοτάδι. Όλο κάτι έβγαινε την τελευταία στιγμή, όλο κάτι ήθελε το αφεντικό να τελειώσει «Ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα, μην το αφήνεις για αύριο». Ήταν η αγαπημένη φράση του αφεντικού. Φράση που δεν ίσχυε μόνο όταν ήταν να καταβάλει μισθούς. Ατέλειωτες ώρες εργασίας παραπάνω, όλες απλήρωτες.
Όλα τα δέματα είχαν μπει στα ράφια, όταν ο ταμίας τον κάλεσε στο γραφείο και του ζήτησε να αδειάσει το ατομικό του ντουλαπάκι, ένας μισοτελειωμένος καφές κι ένα βάζο ζάχαρη όλα του τα υπάρχοντα φυλαγμένα σ' αυτό. Ένα βάζο ζάχαρη που δεν το είχε ανοίξει ποτέ, τον καφέ του τον έπινε σκέτο. «Κάτι σαν εσένα έβαλαν λουκέτο στα εργοστάσια ζάχαρης της χώρας μας», του έλεγε μισοαστεία ο Σωτήρης κάθε φορά που στα κλεφτά σχεδόν απολάμβαναν ένα καφεδάκι. Εκείνος είχε αδειάσει το δικό του ντουλάπι δέκα μέρες πιο μπροστά. Δέκα μέρες μετά τον ακολούθησε στο δρόμο της ανεργίας και άφησε το βάζο με την ζάχαρη πίσω. Έφευγε πρωί και γύριζε βράδυ πάντα το ίδιο κατάκοπος από τα πήγαινε και έλα, από τα ανέβα κατέβα, από τα ρώτα και παρακάλα. Από τα όχι και τις κλειστές πόρτες, που τις ένιωθε να κολλούν στο πρόσωπο του, μια μετά την άλλη. Έμπαινε στο μπάνιο και έβγαινε μετά από πολύ ώρα με το πρόσωπο κατακόκκινο από το τρίψιμο, προσπαθούσε να βγάλει τις κλειστές πόρτες από πάνω του, μα κάθε μέρα αυτές γινόταν και πιο πολλές. «Λυπάμαι», «Πέρνα αύριο», «Κι εμείς απολύουμε κόσμο», «Την τελευταία πρόσληψη την κάναμε πριν πέντε χρόνια», «Δουλειά; Ούτε για αστείο κι αυτούς απλήρωτους τους έχω». Πόρτα, πόρτα, πόρτα η μια πάνω στην άλλη κι όλες μαζί στο πρόσωπό του. Κατέβαινε τη Λεωφόρο όταν είδε μπροστά του το Σωτήρη. Τον είδε κι εκείνος, δεν μπορεί θα τον είδε, σίγουρα τον είδε, όμως, αντί να συνεχίσει προς την πλευρά του έστριψε στη γωνιά και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Δεν μπορεί θα με είδε. Ίσως πάλι και να μην με είδε. Κι αν ήταν και ο Σωτήρης τρεις μήνες και δέκα μέρες άνεργος; Κι αν ο Σωτήρης δεν το έχει πει στο σπίτι του; Κι αν ο Σωτήρης ντρεπόταν, όπως ο ίδιος; Έβγαλε το πακέτο και στάθηκε για λίγο κοιτώντας προς τη γωνιά που έστριψε νωρίτερα ο Σωτήρης, κράτησε στα δάχτυλά του το τελευταίο τσιγάρο κι έβαλε το άδειο κουτί ξανά στην τσέπη, έτσι για να λέει ότι έχει κάτι πάνω του, ότι κάτι του ανήκει. Τρεις μήνες τώρα οι δικοί του ξέρουν ότι το αφεντικό δεν πληρώνει, όχι ότι τον έχει απολύσει. «Κρίση! Κρίση!» ήχησε και πάλι στα αυτιά του η φωνή του πρώην αφεντικού. Η αγαπημένη του λέξη τα τελευταία χρόνια. Έλεγε «κρίση» με τον ίδιο τρόπο που άλλοι λένε «καλημέρα». «Και τις σας λέει; Πότε θα σας πληρώσει; Δεν πληρώσαμε το φροντιστήριο της Ανθούλας και τα κοινόχρηστα, τον λογαριασμό της ΔΕΗ». Του είπε χθες η γυναίκα του. Αμίλητος εκείνος, κατάφερε να ψελλίσει ένα «κρίση» και να κρατήσει τα βλέφαρά του κλειστά. Το πρωί, πριν ξημερώσει, έφυγε από το σπίτι. Σήμερα οπωσδήποτε θα έπρεπε να βρει κάτι. Ό,τι να ναι. Ίσως από το Εργατικό Κέντρο κάτι θα είχαν να του υποδείξουν. «34% η ανεργία αγαπητέ μου, ποιος πρώτα;» του είπε ο γραμματέας δυσαρεστημένος από την πρωινή του επίσκεψη. «Ψηλά το κεφάλι και ανυπακοή. Ακούς; Ανυπακοή» πρόσθεσε μετά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από την εφημερίδα. Μια ακόμη κλειστή πόρτα ένιωσε να του καίει το πρόσωπο...





